Ανάγκη και προτεραιότητα η προστασία ακτών και θαλασσών

Του Νίκου Μπαντουβά*

Εάν έπρεπε να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο από άλλη χώρα για τη δική σου, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα σου ερχόταν στο μυαλό; Τι είναι αυτό που κάνει την Ελλάδα να ξεχωρίζει κύρια από τις υπόλοιπες, ώστε να αποτελεί εκτός των άλλων πόλο έλξης για εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο, συνεισφέροντας παράλληλα σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό θετικά στην εγχώρια οικονομία;

Εκτός απροόπτου η απάντησή σου θα περιλαμβάνει το απέραντο ελληνικό πέλαγος και τον γαλάζιο ουρανό, το φιλόξενο μεσογειακό τοπίο, τις χαρούμενες φωνές των παιδιών, που παίζουν στην παραλία, ξέγνοιαστες καλοκαιρινές βόλτες και φρέσκους θαλασσινούς μεζέδες σε ταβερνάκια πάνω στο ακρογιάλι. Κι όμως το ειδυλλιακό αυτό πακέτο φαίνεται ότι έχει ημερομηνία λήξης, η οποία και πλησιάζει, επιταχύνοντας.

Κάθε χρόνο στο ίδιο έργο θεατές, βλέπουμε να περιορίζονται οι κατάλληλες για κολύμβηση παραλίες γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, λόγω του υψηλού επιβλαβούς οργανικού φορτίου και τα απορρίμματα που στοιβάζονται στην ακτή να πληθαίνουν, υποβιβάζοντας τη φυσική ομορφιά και πλήττοντας τις εύθραυστες οικοσυστημικές υπηρεσίες του παράκτιου περιβάλλοντος. Τα αλιευτικά αποθέματα των ελληνικών θαλασσών φαίνεται να λιγοστεύουν διαρκώς, δημιουργώντας σοβαρές οικολογικές αστάθειες στο θαλάσσιο περιβάλλον και ταυτόχρονα οικονομικά προβλήματα στον εγχώριο αλιευτικό κλάδο, ενώ αυξάνονται και οι περιπτώσεις όπου τα ψάρια εντοπίζονται να είναι επιβαρυμένα με τοξικές ουσίες, οι οποίες τελικά καταλήγουνε στο πιάτο μας. Τα αποτελέσματα της κατάχρησης του θαλάσσιου και του γενικότερου φυσικού περιβάλλοντος είναι πλέον καλά εδραιωμένα και θα στοιχειώνουν την καθημερινότητά μας για πολύ καιρό ακόμα, υποβαθμίζοντας όλο και περισσότερο την ποιότητα της ζωής μας, εφ’ όσον δεν αλλάξουμε άμεσα και ριζικά τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε.

Η υποθαλάσσια χωματερή της Άνδρου. Ο παγκόσμιος διασυρμός της Ελλάδας το καλοκαίρι του 2019.

Η έως τώρα εσφαλμένη συλλογική περιβαλλοντική αντιμετώπιση οφείλεται στη λανθασμένη αντίληψη ότι οι θάλασσές μας είναι ένας ιδανικός αποδέκτης ανθρωπογενών ρύπων με απεριόριστη ικανότητα αυτό-καθαρισμού, ενώ ταυτόχρονα τους φερόμαστε σα να αποτελούν μία ανεξάντλητη δεξαμενή φυσικών πόρων προς εκμετάλλευση κατά βούληση και προς κάλυψη κάθε παράλογης «ανάγκης» μας. Καλώς ή κακώς τα πραγματικά δεδομένα αποκλίνουν εξαιρετικά από αυτήν την αρχική εκτίμηση με το παράκτιο και το θαλάσσιο περιβάλλον να διαθέτουν μία ορισμένη φέρουσα ικανότητα ως προς τη δυνατότητά τους να αυτό-συντηρούν τις ισορροπίες τους, αλλά και στο να παρέχουν προϊόντα και υπηρεσίες στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις της μοντέρνας κοινωνίας.

Τα πιο επιβαρυμένα περιβάλλοντα, όπως είναι φυσικά αναμενόμενο, αποτελούν οι παράκτιες θαλάσσιες εκτάσεις πλησίον βαριά βιομηχανοποιημένων περιοχών και μεγάλων αστικών κέντρων. Σε αυτές τις περιοχές είναι που οι ρύποι και τα παραπροϊόντα της βιομηχανικής παραγωγικής διαδικασίας βρίσκουν εύκολη διέξοδο στο θαλάσσιο περιβάλλον κατά την παραγωγή, τη μεταφορά και την κατανάλωση των τελικών προϊόντων, ενώ τα εκβολικά μεταβατικά συστήματα αποτελούν τον φυσικό αποδέκτη και αποτελούν την εύκολη και φτηνή λύση στην απόρριψη των αγροτικών και αστικών στερεών ή υγρών αποβλήτων. Τα μολυσματικά φαινόμενα και η ρύπανση δύναται βεβαίως να διασκορπιστούν και να υποβαθμίσουν ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα και μέχρι προσφάτως απείραχτα από τον άνθρωπο θαλάσσια οικοσυστήματα. Συχνά οι επιβαρυμένες θαλάσσιες περιοχές συμπίπτουν με τους θαλάσσιους δρόμους μεταφοράς υγρών καυσίμων των μεταφορικών πλοίων. Τα διαλυμένα στο θαλασσινό νερό τοξικά σύμπλοκα προσλαμβάνονται μέσω της τροφής από υδρόβιους οργανισμούς και στην περίπτωση που παρουσιαστεί αδυναμία στον μεταβολισμό ή την απέκκρισής τους, θα ενσωματωθούν στους λιπώδεις ιστούς τους. Σε κάθε διαδοχικά υψηλότερο τροφικό επίπεδο οι έμμονες τοξικές ουσίες θα βρεθούν σε ολοένα και μεγαλύτερες περιεκτικότητες, μέχρις ότου να γίνουν θανατηφόρες για τον καταναλωτή οργανισμό. Η θέση του ανθρώπου στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας τον καθιστά εξαιρετικά ευάλωτο στο φαινόμενο της βιομεγέθυνσης επιβλαβών ουσιών, καθώς συγκεντρώνει τους συσσωρευμένους ρύπους από όλους τους οργανισμούς, που καταναλώνει ως τροφή.

Είναι εμφανές ότι στο σύνολό τους οι ανθρώπινες δραστηριότητες υπερισχύουν αυτή τη στιγμή της ικανότητας αυτό-εξισορρόπησης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις πλήττονται σε σημείο να τείνουν να καταστραφούν ολοκληρωτικά και μάλιστα με ανησυχητικά γρήγορο ρυθμό. Η επιλογή του να σταματήσουμε πλήρως να ρυπαίνουμε ή έστω να μετριάσουμε την περιβαλλοντική υποβάθμιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να φαίνεται μία ακριβή οικονομικά διαδικασία υπό το αυστηρό βλέμμα της βιομηχανικής παραγωγής, αποτελεί αναπόφευκτα μονόδρομο όμως στον περατό κόσμο στον οποίο ζούμε. Μάλιστα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί το γρηγορότερο δυνατόν, ώστε τόσο τα θαλάσσια, όσο και τα χερσαία οικοσυστήματα να διατηρήσουν τη φυσική τους πολυπλοκότητα και κατ’ επέκταση την ανθεκτικότητα και ομορφιά τους.

Δυστυχώς οι παράγοντες υποβάθμισης του υδάτινου περιβάλλοντος δε θα σταματήσουν να κλιμακώνονται, καθώς τα αστικά κέντρα συνεχίζουν να επεκτείνονται, ο πληθυσμός τους να αυξάνεται και κατά συνέπεια να εντείνεται η ανάγκη ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής και των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων. Οι παραπάνω συντελεστές σε συνδυασμό με την βιομηχανοποίηση παράκτιων περιοχών και την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουριστικό τομέα επιφέρει στα συγκεκριμένα περιβάλλοντα εξαιρετικά υψηλές πιέσεις και συνηθέστατα ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις.

Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που μας προσφέρει η θάλασσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ευημερία μας, γι’ αυτό θα πρέπει να της συμπεριφερθούμε με υπευθυνότητα και να διαχειριστούμε τις παροχές της από εδώ και στο εξής περνώντας στο στάδιο της περιβαλλοντικής συνειδησιακής και πρακτικής ενηλικίωσης. Η πληρέστερη κατανόηση της αξίας και της προσφοράς του θαλάσσιου οικοσυστήματος, καθώς και των προκλήσεων, που αντιμετωπίζει, αποτελεί ζήτημα πρωταρχικής σημασίας και επιφορτίζει το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, το οποίο στη συνέχεια θα πρέπει να επικοινωνήσει αποτελεσματικά στους υπόλοιπους χρήστες του θαλάσσιου περιβάλλοντος την επιτακτική ανάγκη ορθής διαχείρισης, προστασίας και όπου είναι απαραίτητο εξυγίανσής του. Με τη συνειδητοποίηση ότι οι ανεξέλεγκτες ανθρωπογενείς επιδράσεις επιφέρουν μη επιθυμητές αλλαγές στο υδάτινο περιβάλλον από το οποίο εξαρτόμαστε, στη συνέχεια θα πρέπει να διασφαλίσουμε τη βιωσιμότητά του ίδιου και των πόρων, που απλόχερα προσφέρει, ώστε και οι επόμενες γενεές ανθρώπων να έχουν τη δυνατότητα να τα απολαύσουν.

Θέτοντας ως στόχο τη βιώσιμη χρήση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων και τη διατήρηση της ποιότητας των ελληνικών θαλασσών, θα πρέπει να συλλεχθούν οι απαραίτητες πληροφορίες, που θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε σε βάθος τις διεργασίες τους. Οι πληροφορίες που σχετίζονται με τις οικολογικές ανάγκες των αλιευτικών αποθεμάτων, θα αποδειχθούν εξαιρετικής σημασίας και θα δώσουν τη δυνατότητα για τη θέσπιση αποτελεσματικών κατευθυντήριων ρυθμιστικών γραμμών, συμπεριλαμβάνοντας αναγκαία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής σε τοπικό επίπεδο, που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό πλέον την αλιευτική παραγωγή. Στην εξίσωση βεβαίως θα πρέπει να περιληφθούν οι επιδράσεις των τοξικών ρύπων στη συμπεριφορά των ψαριών των παράκτιων και πελαγικών υδάτων. Η πολιτεία με τη σειρά της οφείλει να εξασφαλίσει τη δημιουργία κατάλληλων υποδομών ορθής διαχείρισης των φυσικών πόρων, αυστηρή εφαρμογή των κανονισμών και αποτελεσματικό έλεγχο.

Αποτελεί ευθύνη όλων η κατανόηση της σημασίας της προστασίας και της επανόρθωσης του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο συνθέτει τη στέγη, που μας φιλοξενεί και μας προσφέρει όλες τις προϋποθέσεις για μια υπέροχη ζωή για όσο χρόνο θα βρισκόμαστε σε αυτόν τον πλανήτη. Το μόνο που απαιτείται από εμάς είναι η πραγματοποίηση σωστών επιλογών, οι οποίες κάθε μέρα μας γίνονται όλο και πιο ξεκάθαρες. Για τον πολίτη της σύγχρονης και μελλοντικής κοινωνίας οι ενσυνείδητες καταναλωτικές αποφάσεις, η μείωση της παραγωγής ρύπων, η ανακύκλωση και η διατήρηση των φυσικών πόρων θα πρέπει να γίνει κομμάτι της καθημερινής κοινωνικής και ιδιωτικής του συμπεριφοράς. Γιατί εάν η ίδια η απειλή της υποβάθμισης της ζωής μας δεν αποτελεί από μόνη της κίνητρο για αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και λειτουργούμε μέσα στο περιβάλλον στο οποίο διαβιούμε, τότε δεν ξέρω, τι μπορεί να μας σώσει από τους εαυτούς μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *